3.3.11

Από τον Ποσειδώνα στην Αθηνά, Ελλέβορος, 2011


                     ΝΕΑ  ΚΙΟΣ
Κουβαλάνε τα  φορτηγά
τη μοναξιά του τσιμέντου
Ολημερίς
Οι κοκκινολαίμηδες  
τρομαγμένα σύννεφα καπνού
Γκρίζα σκόνη     
λεπτή σαν γύρη
ταξιδεύει
στον αγέρα στα πνευμόνια στην καρδιά μας
Γονιμοποιεί το τίποτα
σε ρυθμό κομπρεσέρ
τα   πο  τι  πο  τι  τα
Δρυοκολάπτης ονειρεύεται…
Αναπτυσσόμεθα εξ’ άπαντος
Αναπτυσσόμεθα βιαίως

Εξευρωπαϊζόμεθα
Στις τσέπες και στη γλώσσα μας

Ο τεράστιος ήλιος του ευρώ
ανανεώνει την ανυπαρξία μας

Ωσαννά… αν …σαν… αν… ως
παρεκτός του ανθρώπου

ΘΥΜΑΜΑΙ
Θυμάμαι τη μυρωδιά του νυχτολούλουδου
μια στάλα δίπλα στην έφηβη ψυχή μου

Το ξάφνιασμα από το  γλίστρημα της γλώσσας
κάτω απ’ την παιδική μου φτέρνα

Θυμάμαι τα λιποθυμισμένα απογεύματα
στου γιασεμιού την υγρασία

Το εύρημα της αχιβάδας
στο χέρι του πατέρα
Μαχαιράκι και λεμόνι στο μαγιό
Το πόδι του βαθιά μέσα στην άμμο

Θυμάμαι το ισκιερό το μπάνιο    
τις βουτιές     
το παιδομάνι
στο ΄τέρμα’ της ρημαγμένης παιδικότητάς μας
Η εξέδρα

Θυμάμαι τις κελαριστές φωνές σας
τα λόγια σας
τα από αλλού φερμένα,
πρόσθεση στο γέλιο σας  

Τα καλά σας τα χαμόγελα στο νυφοπάζαρο
Και ποιος Ντα Βίντσι και ποια Τζοκόντα
μέσα στο Σαββάτο

Μάταια προσπαθείτε να ξεχάσετε και να ξεχάσω
τεμαχίζοντας με τα πριόνια σας
Θάβοντας με τα τσιμέντα σας

Προσκυνώ την Αγία Σας την κάρα
του οσίου Αθανασίου του Μικρού
και του Αγίου Γεωργίου του Ανησυχούντος

ΒΟΗΘΕΙΑ μας

Η ΛΕΥΚΑ
Ξερίζωσαν μια λεύκα
μπροστά στα μάτια των παιδιών 

Ήταν μια άριστη μαθήτρια
Ήξερε τους κανόνες της γραμματικής καλά
και τους ψιθύριζε στα μαθητούδια
σαν γράφανε διαγώνισμα
Αφαιρούσε  μ’ ευκολία τα φθινοπωρινά
τα φύλλα της
Τα πρόσθετε στην Άνοιξη
Πολλαπλασίαζε όνειρα παιδιών
και διαιρούσε βαρεμάρα

Μονάχα εκείνα
άκουσαν κραυγές
σαν την ξερίζωναν

ΑΛΕ…..ΜΑΝΙΑ
Έχει μήνες τώρα
που κάθεται κάτω από τον ήλιο
Ο αετός
Στο Νότο το κεφάλι του
Στραμμένος
καθαρίζει νύχια
επιμελώς
από τις σάρκες του παππού μου

Ετοιμάζεται
για τις δικές μου σάρκες

ΕΜΕΙΣ
Μάρμαρα άλλα δεν έχουμε
Ήλιο άλλονε μήτε
Ούτε πελάγη
Αυτά αρκούν για όλους σας

Κι όμως
του Έλληνα η ψυχή
΄δω μέσα δεν χωράει

Γεννήθηκε μέσα στο φως
Μες στο λουλάκι
για ν’ αναμετράει το μπόι του
με τo βαθύ το μαύρο

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
Το ανθρώπινο ον γυμνό
κάθισε ανακούρκουδα
Σφίχτηκε κι είπε   
Γενηθήτω  τεχνολογία!

Το Θειο ον
απέστρεψε το πρόσωπο
απ’ τη χυδαία πράξη

ΑΘΗΝΑ
Ετούτη η γη ήταν
Μια περικεφαλαία λαμπρή κάποτε
Τώρα η περικεφαλαία σάπισε
Δόρατα πολυκατοικιών
Χώθηκαν βαθιά στο υπογάστριό της
Ετούτη η γη
ασπίδα ήταν ολόφωτη κάποτε
Τώρα η ασπίδα ράγισε
Ασφαλτοστρωμένες διαδρομές
Διαπερνούν πια το στέρνο της
Ο γαλάζιος ο μανδύας σχίστηκε
Καυσαέριο και μοναξιά χώθηκαν στις ίνες του
Γυμνή η Γλαύκα
η αλλοτινή παρθένα
αφήνει το αγαπημένο της άστυ
τρέχοντας
Τούτο το καλοκαίρι θα τη βρείτε να κυλιέται
με κάποιον μεθυσμένο Άγγλο
στις αμμουδιές της Μυκόνου

ΒΡΕΧΕΙ
Ξεπλένεσαι, Αθήνα
απ’ όλα                                              
εκτός από τη μοναξιά σου
Σωπαίνεις    
βάφεσαι με όσα ζεις κι όσα δεν ξέρεις

Απάνωθέ σου
θεός αγριεμένος
σιχτιρίζει

Βροχή ασταμάτητη
επίμονη
προσυπογράφει απά στο μάρμαρο
τ’ αφανισμένα σου
τα όνειρα

ΦΩΤΙΑ 2007
Έτριξε ο βράχος τις κλειδώσεις του
Καμένα όνειρα πουλιών
τα δέντρα
Καίγεται η πατρίδα μου απ’ άκρη σ’ άκρη
Αρχαίοι ικέτες
κορμοί σκελετωμένοι ατενίζουνε
τον Θεριστή

Σωπάστε
Ακόμα προσπαθεί να εκσπερματώσει
την ηγετική ηλιθιότητά του
χαμογελώντας

Βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση
να σας ενημερώσουμε
ότι η Ολυμπία
σώθηκε

ΤΙΜΩΡΙΑ
Θα σηκώσει ο ονειροκρίτης
τη μαύρη του τη σκούφια από το μέτωπο
Θα θυμηθεί
τη μεγάλη σκουληκαντέρα της προδοσίας
να τριγυρνά στα μονοπάτια τα λερά της ιστορίας
πότε παπάς ντυμένος
πότε προύχοντας πότε αστός
εργατοπατέρας      
λωποδύτης
Και το τυφλό το μάτι το ζερβό
θα θυμηθεί
πως σφίγγανε το χέρι εχθροί και φίλοι
τρώγοντας τον επιούσιoν ημών τον άρτο
ξανά
ξανά στου ψεύδους το τραπέζι

Και θα περάσει η διχαλωτή η γλώσσα του
υγραίνοντας τους κυνόδοντες της πίκρας
Θα σκύψει το κεφάλι
θα σταματήσει να ονειρεύεται
να προφητεύει
Θα θυμηθεί ξανά πως στο κομμένο χέρι του
κάποτε  κράταγε
τον ιερό τον πέλεκυ
τον της απόδοσης

ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ
Άνοιξε την τσάντα σου
Θα βάλω μέσα
όσα χρειαστείς
για τη ζωή σου
Δίπλα στα μαθηματικά και στη γεωμετρία σου
θα βάλω για το χάος την αγάπη μου
Δίπλα στης γλώσσας το βιβλίο
της ανθρώπινης ύπαρξης θα βάλω τη σιωπή
Δίπλα στην ιστορία
τα παραμύθια του λαού μας
Για να θυμάσαι πάντα
Στην μπροστινή την θήκη
με τους μαρκαδόρους
θα ‘βρεις της μοναξιάς το μελανοδοχείο
(Πρόσεχε
άμα χυθεί, λερώνει…)
Και μες στην κασετίνα σου
στη γομολάστιχα απάνω κολλημένα
θα ‘βρεις τα γιασεμάκια των παιδικών μου χρόνων

Αγάπη μου
πόσο αδύναμα είναι τα μπρατσάκια σου
Ακόμα

ΟΜΩΣ
Μιλάγαμε ώρα πολλή
Είπαμε τα νέα  μου
Είπαμε τα δικά σου
Γελάσαμε

Έπειτα μια ανάσα κρατημένη     
ένα Όμως
που ειπώθηκε μισό

Κείνο το όμως τα μικρά του χέρια ακούμπησε
στον ώμο μου
Έκλαψε απελπισμένα

Κείνο το ‘’Όμως’’ καθόριζε
το ύψος του παντός

Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ
Στρατηλάτης ήρθες
στην έρημη τη χώρα μου
Με τ’ αγιογραφικά σου μάτια
την πυρπόλησες
και με το μελαμψό κορμί
την ύδρευσες

Έλαμπαν τ’ αρματολίκια σου
Ελάμπανε τα γαϊτανόφρυδά σου

Γύμνωσα τα λαιμά

Ρομφαία
καρτερώντας

ΘΗΣΕΙΟ
Θυσία στην απουσία σου
ακόμα και το λευκό
Του Παρθενώνα

ΠΡΟΣΕΧΕ
Το νου σου
στα κυκλάμινα

Κάτω απ’ το φύλλο το ζερβό
κάτω απ’ το πέταλο το ντροπιασμένο
καραδοκούν
κομμάτια μου
να σε τυλίξουν

Αράχνης δίχτυ κρύο
φαρμακερό
η πίκρα μου  

MEΛΛΙΣΑΚΙ
Δεμένες με τα γράμματα
οι πέτρινες  κραυγές
Να γαντζωθούν στο ρείκι
Να γαντζωθούν στο αγκάθι

Ταχιά φτερούγα    
Μελλισάκι
Βζζ… βζζ… και γρήγορα
Πιο γρήγορα
Γεμάτα ποδαράκια με ηλιόσκονη
Γεμάτη η καρδιά με την αχλή σου
Βζζζ…  βζζζ…  και γρήγορα
πιο γρήγορα   

Στα αυτιά μου είσαι
Στην ανάσα μου

Άγγελμα κυριακάτικο
Χαρμόσυνο

Τ’ ΑΔΙΚΟ

Με καταδίωκε τ’ όνειρο
Του άγριου ματιού σου
Έσκυψες και ράμφισες
Το στάρι της ψυχής μου

Θα ζήσω κι έτσι
Με το άδικο της ψυχής
στην καθημερινότητά μου φιμωμένο
Μόνο τις βραδιές με τη γεμάτη Εκάτη
θ’ αλυχτάει την τρομερή του πείνα

ΦΑΡΜΑΚΙ
Φιδίσιο σύριγμα στη βάση του λαιμού
το ερωτικό του κάλεσμα
Κι ας ήταν πέτρα
η ψίχα του έρωτα

Όλο το βράδυ έτριβε με απήγανο
τις δίδυμες πληγές της
Δούλευε το φαρμάκι
Βύζαινε
της πεταλούδας το απαλό
το εφήμερο το χάδι

ΑΠΛΩΝΕΤΑΙ
Στα γύρω και στα μέσα
ομίχλη παγωμένη
Βουβή
χαμένη
Σε μαύρο χρώμα ακουμπώ
Εντός και γύρω πέρα
ομίχλη παγωμένη

Α πόσο κρύο κάνει
Και γύρω
Και παντού
και μέσα

Χωρίς εσένα
πάντα μα πάντα
βρέχει

ΜΕΓΑΛΗ  ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Για δες αλήθεια
τι χαζό
Τον πόνο να’ χω στο διπλανό
το τραπεζάκι
Αδιάφορα τάχα στον γοφό μου
ν΄ακουμπά
και να κοιτάζει ύπουλα
τα χέρια μου τα πασχαλιάτικα

Κι αυτή η βροχή

Μονότονη σαν κλάμα
απελπισμένου από χρόνια

ΟΤΑΝ ΘΑΡΘΕΙΣ

Όταν θα΄ρθείς για να με δεις
δώρα να μη μου φέρεις
Μη φέρεις ρίγανη βουνού
και του βυθού κοράλλι
Μη φέρεις τ άστρα τ’ ουρανού
κι άνθη απ’ το λιβάδι
Μήτε λιβάνι και χρυσό
βαρύτιμο πετράδι

Μον’ φέρε την αγάπη σου
και το τζουρά στο χέρι
να παίζεις για τα μένανε
για να σε κάνω ταίρι

ΑΝ ΗΞΕΥΡΕΣ

Αν ήξευρες
πουλάκι μου
την πίκρα της καρδιάς μου
να πιεις φιλί απ’ τα χείλη μου
δε θα θελες 
χαρά μου

Αν ήξευρες
αστέρι μου
την μοναξιά που σέρνω
ν’ αγγίξεις καν το χέρι μου
δε θα ’θελες
αητέ μου
Αν ήξευρες
αγάπη μου
το δάκρυ μου πώς καίει
δεν θα’ ριχνες ούτε ματιά

Θα μου ’δινες μαχαίρι

Η ΣΙΩΠΗ

Όσα τραγούδια και να πω
σαν τη σιωπή δεν είναι
Σιωπώ κι η πλάση γύρω μου
σιωπά κι αυτή μαζί μου
Αχολογάει ο ντουνιάς
τον ήχο της σιωπής μου

Σιωπάν τα φύλλα στα δεντριά
και οι συρμές στα πλάγια
Τα σήμαντρα στις εκκλησιές
Στο πέλαο τα σπειράλια

Σιωπώ κι ο ήχος της σιωπής
το σύμπαν εσιωπάει
Και μένει ο χτύπος της καρδιάς
για σένα να χτυπάει

Σείει τα φύλλα στα δεντριά
και τις συρμές στα πλάγια
Της εκκλησιάς τα σήμαντρα
σείει και τα σπειράλια

Και μοναχά την πόρτα σου
δεν σείει     δεν χτυπάει
Κι αυτή η σιωπηρή κραυγή
στο μέσα μου χτυπάει

Ο ΠΕΥΚΟΣ
Έχω έναν πεύκο στην αυλή
που ζει μαζί μου μια ζωή
Στον πεύκο ετούτο έτρεξα
αγκάλιασα και γέλασα

Του ‘πα    για σε    αστέρι μου
πως μού πιασες το χέρι μου
πως την καρδιά μου ακουμπάς
και πως το στόμα μου φιλάς

Κι γέρο- Πεύκος δάκρυσε
Το σώμα του αναρράγησε
Έριξε τις κουκουναριές
και μια και δυο και τρεις φορές

Έδιωξε όλα τα πουλιά
και τα βελόνια τα αιχμηρά
Γύρισε και μ’ απάντησε
και με θυμό με μάλωσε

Πόσες φορές δεν γέλασες
τα ίδια λόγια μ’ έκραξες
Πόσες φορές θα σου το ειπώ
Να βάζεις στο κρασί νερό

Όσο πετώ κουκουναριές
και μια και δυο και τρεις φορές
Τόσα θυμάμαι δάκρυα
να τρέχουν απ’ τα μάτια

Αχ, πεύκε, φύλακα καλέ
Αχ, πεύκε, άδικε, σκληρέ
Εσύ πετάς κουκουναριές
κι εγώ αγάπες κι αγκαλιές

Εσύ μού είσαι αμάραντο
μα εγώ γελώ το θάνατο
Κράτα σου τις κουκουναριές
κι εγώ κρατώ τις αγκαλιές

ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
Εψές αργά το απόγιομα
πέρασα το γιοφύρι
Αυτό που λεν οι Αρτινοί
πως είναι στοιχειωμένο
και πως χτισμένη ζωντανή
μια κόρη έχει μέσα

Εκεί π’ αλαφροπέρναγα και αλαφροπατούσα
ένα λυγμό αφουγκράστηκα και τρέμει το γιοφύρι
Τρέμουν και οι καμάρες του, τρέμει και η ψυχή μου

Φωνή ψιλή ακούγεται, φωνή γλυκιά μου λέει
«Πες μου, βρε νια, όπου περνάς της Άρτας το γιοφύρι
με το αλοφροπάτημα, τ’ αλαφροπέρασμά σου
Ξόμπλιασε, διηγήσου μου τον κόσμο τον επάνω
Είν’ όμορφος, είναι γλυκός όπως τον εθυμάμαι
Τρέχουν νερά παν’ στα βουνά, γιομίζουν τα ποτάμια
Είναι τα δάση πράσινα γιομάτα από τα ελάφια
Κι είναι και τα σπιτούνια σας πετροπελεκημένα
με πάτερα και σιδεριές ομορφοσκαλισμένες;»

Τι να σου πω εγώ, στοιχειό
και τι να μολογήσω
Δαγκώθηκα, αντραλίστηκα, βράχνιασε η φωνή μου

«Αχ, όμορφη αρχόντισσα, πως θέλεις να μιλήσω
Πώς να σου αποκριθώ, πώς να ομολογήσω
Όχι, κυρά μου γιέμορφη, δεν είναι πια σαν τότε
Δεν τρέχουν τα νερά παντού, δεν τρέχουν τα ποτάμια
Στερέψαν κι οι πηγούλες μας και τα ρυάκια όλα
Δεν ειν’ τα δάση πράσινα -τα κάψαμε από χρόνια
Ελάφια, αρκούδες, δεν ακούς
γεράκια δεν πετούνε
Δεν ειν’ τα σπίτια πέτρινα κι ομορφοσκαλισμένα
Μον’ είναι γκρίζα κι άχαρα ωσάν την καμαρή σου»

«Βρε νια που είσαι επάνω μου και πάνω μου βαδίζεις
τράβα στην κοντινή εκκλησιά κι άναψε καντήλι
και προσευχήσου από με για την ψυχή του κύρη
που ‘χε μυαλό και μ’ έχωσε σε τούτο το γιοφύρι
και γλύτωσα από το να δώ τα φοβερά που μου ειπες»

ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ
Με όρισε

Μ΄ όρισε εμέ ο άνεμος
στα πόδια να τον έχω
στα χείλη μου να τον κρατώ
στα μάτια να τον βρέχω

Μ’ όρισε εμέ η φύση μου
στη λησμονιά να γέρνω,
στη μοναξιά να αγροικώ
Και στη σιωπή να πέφτω

Με όρισες, νόμισες, κι εσύ
τον τράχηλο να σκύβω
τον ίσκιο μου να προσμετρώ
και την καρδιά να κρύβω

Μα  να  που λάθος έκανες
και με το φέρσιμό σου
αντί να σβήσω    άναψα
του πάθους μου τους νόστους

Εσήκωσα ανάστημα
Τον ίσκιο μου σταυρώνω
το πόδι μου ελαφροπατώ
και την ψυχή αντρειώνω

Με όρισε εμένα ο καιρός
να προσπερνώ τις ξέρες
να πελεκάω τον καημό
και να γεννώ αιθέρες

Το αίμα το παλιό
Απ’ το σεντούκι των κυττάρων
από το αίμα το παλιό
είχα και πρόγονο ζητιάνο
είχα και πρόγονο θεό

Είχα παππού στην Ιταλία
και μια γιαγιά στη Μικρασία
Είχα ξαδέρφια πειρατές
στη Μπαρμπαριά τραγουδιστές

Μα πιο πολύ αυτός ο τόπος
που ‘ναι ευχή μαζί και κόμπος
που ‘χει τα πεύκα αραδιαστά
και τα νερά τα λιγοστά

Αυτός μαθαίνει στη ζωή
το πάθος και την αντοχή
Αυτός το κλάμα κάνει χάδι
κι όλη την πίκρα μας καράβι
Καράβι για τη λευτεριά
Στου ήλιου την ανηφοριά

ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ
Πάσκιζα
να πείσω τη σιωπή
να είναι ο εαυτός της

ΣΑΟΥΛ
Ένας Σαούλ διαβαίνει την ψυχή μου
Της πτώσης το μισό το ‘’λ’’
του  υπερτιμημένου  όλου

Καλοκαιράκι άνυδρο
Καλοκαιράκι μικρόψυχο

Σαούλ, να περπατάς σεβαστικά στης ψυχής μου τα βαλτόνερα
Γεμάτος τρόχαλα εσύ
Γεμάτη βούρκο εγώ και αιχμηρό καλάμι
Ξέρω, Σαούλ
η προδοσία επίκειται…
Χρυσόψαρο είμαι μικρό σε Αγαρηνών τηγάνι
Το ξέρω
Μακριά από το μένος της ουλής σου,
Σαούλ
Καβάλα σε κίονα
σου φεύγω


Ο ΜΟΝΑΧΟΣ
Μονάχος του καθόταν, στην πιο ακριανή γωνιά του καφενείου.
Η μοναξιά σακάκι στους ώμους του ριγμένη, το μάτι κόκκινο και χαμηλό, τα νύχια κίτρινα απ’ τα βαριά τσιγάρα.
Οι άλλοι έπαιζαν πρέφα η γαμοσταύριζαν την πολιτική και το ποδόσφαιρο.
Σαν ήθελε να παραγγείλει, φωνή δεν έβγαινε, μ’ονο ένα χέρι άτονο εσήκωνε.
Και κάθε φορά ο καφετζής του πέταγε εμπρός του το τσίπουρο σε βρώμικο ποτήρι.
Κανείς δεν του εμίλαγε. Κανείς δεν τον κοιτούσε.
Γουλιά πικρή, γουλιά ξινή κι άβγαλτος στεναγμός.
Ένα ολάκερο σκηνικό στημένο χρόνια τώρα.
Μονόπρακτο.
Είχε σκοτώσει λέει στον εμφύλιο άτομα δεκαπέντε και τη μικρή αγάπη του που μ’ άλλον είχε πάει.
Πιότερο γι’ αυτή την αγάπη κανείς δεν του μιλούσε.
Πιότερο για κείνο το κούτσικο κορίτσι που άδικα το έσφαξε στο γόνα από ζήλια.
Είχε να του μιλήσει άνθρωπος
τριάντα πέντε χρόνια τώρα.

Αχ    Η θάλασσα
Βρώμικα νύχια
Κεφάλι κουρεμένο
Ζεστό ψωμί κατάσαρκα
στο μέρος της καρδιάς

Πώς είναι η θάλασσα κυρία
Νερό   ΄
Πολύ νερό    
Γαλάζιο

Πόσο πολύ νερό    κυρία

Ολάνοιχτα τα μάτια
Καράβια με πανιά

Άφησε το ορεινό χωριό
Και χάθηκε στο πέλαγο

Μονάχα η συκιά
στην πόρτα του σπιτιού του
στο αυτί του ανέμου ψιθυρίζει
τον τελευταίο λόγο του πατέρα
σαν τον κρεμούσαν στο κλαρί της

«Αχ
η θάλασσα»

ΤΟ ΕΙΡΗΝΑΚΙ
Πουλάκι φοβισμένο
Με το ‘να μάτι του δεξιά
Το άλλο ζερβά να τρέχει
Ειρηνάκι
Στόμα κλειστό
Λόγος κανείς
Το μυστικό της Μέγα

Κορμάκι λεηλατημένο
Βασανισμένη ψύχα
Βία και πόνος
Κολλημένη μια στάλα πίκρα
Στην άκρη του χειλιού
Μπαλόνι η ντροπή μας
Η πίκρα σου ανήξερη

Από τα έξι της ο θείος της τη βιάζει

Ερμιονη ‘93
Καμένου ρούχου μυρωδιά
απάνω μου
Στάχτες στα πόδια μου
Στιγμές παιδιών
που κλαίνε
και κραυγάζουν

Σιωπηλές κραυγές
Βία βουβή
Κάποιος πατέρας ασελγούσε
Κάποια μητέρα άνοιξε τη χούφτα
για τ΄ αργύρια
κάποιοι, ποιοι, πώς, τί

Ακούσαμε αδηφάγα τις ειδήσεις
Γλείψαμε λεπτομέρειες
ίσαμε το κόκκαλο
Ρουφήξαμε εντροπή ώς το μεδούλι

Με ανατριχίλα πρόστυχη       
και τάχα με οργή
εγείραμε να κοιμηθούμε

                           
               (εκδόσεος ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, πίνακας εξωφύλλου: Milena Zarova)        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου